Τα φωτάκια λαμπυρίζουν χαρούμενα στους δρόμους τής πόλης
Αυτό το ξέρουν όλοι.
Έξη η ώρα· ξημερώματα. Ανοίγω την τηλεόραση. Γεμάτες οι εκκλησίες. Τέτοια εγρήγορση! Γιατί; Είναι το μήνυμα που φέρνει η ημέρα; Είναι το ενδιαφέρον που δημιουργεί το διαφορετικό;
Ο κόσμος είναι όλος στις εκκλησίες. Οι άνθρωποι το έχουν ανάγκη, να ζήσουν κάτι πνευματικό.
Τα Χριστούγεννα είναι για όλους, όχι μόνο για τους Χριστιανούς. Σε όλη την Υφήλιο, λες και όλοι οι άνθρωποι νοιώθουν την ανάγκη να ενωθούν.
Να ενωθούν κάτω από Αυτόν που για άλλους είναι Θεός, για άλλους ο Υπέρτατος Δάσκαλος τής Αγάπης, για άλλους ο πρώτος επίσημα καταγεγραμμένος στην Ανθρώπινη Ιστορία Σοσιαλιστής και για άλλους και τα τρία μαζί.
Και όλη αυτή η υπέροχη, μαγική ατμόσφαιρα που συντείνει στην ανάταση των ψυχών με σκοπό την Θέωση έχει υποβαθμιστεί σε μια καταναλωτική φρενίτιδα με διαφημίσεις επί διαφημίσεων, ενώ στην πραγματικότητα διανύουμε περίοδο ανέχειας.
Παλιά, τα Χριστούγεννα είχαν χρώμα Παπαδιαμάντη. Οι γυναίκες κρατούσαν το σπίτι ζεστό αφήνοντας αναμμένο το τζάκι, γιατί «γεννούσε η Παναγία».
Χαίρονται όλοι. Θρησκευόμενοι, παραδοσιακοί, ρεαλιστές, γλεντζέδες, παπούδες, γιαγιάδες, γονείς, παιδιά, μαθητές, δάσκαλοι μιά και αυτές τις μέρες δεν έχουν και σχολείο! Αρκετοί εργαζόμενοι, θα πάρουν μιά ανάσα. Άλλοτε το Κράτος έδινε και δέκατο τρίτο μισθό. Μετά μάς τον έκοψαν (μην ειπώ κακές κουβέντες, μέρες που είναι!)
Είναι όλα αλλοιώτικα. Τα έθιμα. Τα κάλαντα. Τα γλυκά που είναι μόνο γι’ αυτές τις γιορτές και τά φτειάχνει η γιαγιά, αν η οικογένεια έχει την τύχη να υπάρχει και γιαγιά νοικοκυρά.
Μέχρι και το σπίτι χαίρεται. Ζωντανεύει. Φιλοξενεί, «βάζει τα καλά του».
Στρώνονται τραπέζια, κρεββάτια, φοράμε τα καλά μας για τη γιορτή.
Και μετά από αυτό αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση.
Τα Χριστούγεννα στην ουσία κρατούν μιάν ημέρα. Γι’ αυτήν την ημέρα ετοιμαζόμαστε όλοι επί δύο - τρείς μήνες. Και το εμπόριο, κινείται κι’ αυτό, γι’ αυτό το εξαιρετικό γεγονός. Κατόπιν, μέχρι και τα καλλικατζαράκια είναι συμπαθητικά.
Μερικές δεκαετίες πρίν, ένας δικηγόρος στην μικρή μας πόλη, ο Ρούτουλας με την χορωδία του περνούσε από τους δρόμους τού Ναυπλίου τραγουδώντας το «Χιόνια στο Καμπαναριό».
Αξημέρωτα, έμπαιναν από την οδό Πλαπούτα, έκαναν στάση στο κεντρικό σταυροδρόμι, έψελναν και συνέχιζαν προς τα επάνω, φέρνοντας το μήνυμα τών Χριστουγέννων σ’ όλη την πόλη και χιόνιζε δεν χιόνιζε, ήταν σαν να χιόνιζε· μιά μαγεία.
Μετά σταμάτησαν. Τον παρακάλεσα κάποτε να συνεχίσει ο γυιός του που είναι και μουσικός.
Αλλά μερικά πράγματα δεν επαναλαμβάνονται.
Αληθινά μού λείπουν τα «Χιόνια στο Καμπαναριό».
Όμως υπάρχουν και οι λυπημένοι τα Χριστούγεννα. Κυρίως γιατί έχουν στερηθεί μια συντροφιά τους. ΄Η για κάποιον άλλο παρόμοιο λόγο.
Στατιστικά λένε ότι η μελαγχολία είναι βαρύτερη τις γιορτινές Χριστουγεννιάτικες μέρες. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους τα χριστούγεννα είναι αδυσώπητα.
Σε καλό μας πάντως, αυτή τη χρονιά έγινε μια προσπάθεια να μοιάζουν όλα ιδιαίτερα χαρούμενα, κάτι σαν την Belle Epoque (1871 – 1914), την προπολεμική περίοδο με την γνωστή εν τούτοις κατάληξη ... τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ας ευχηθούμε τουλάχιστον εμείς απ’ τη μεριά μας να μην δούμε τέτοιες δυσάρεστες εκπλήξεις!


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου